Η προγεννητική σχέση

 

Θα πρέπει να σκεφτεί κανείς ότι η συναισθηματική επικοινωνία, που βρίσκεται βαθιά μέσα στη σχέση της μητέρας και του πατέρα ξεκινά ακριβώς από τη στιγμή που υπάρχει μια μικρή ύπαρξη, που προστατεύεται και λικνίζεται μέσα στην κοιλιά της μητέρας, είναι αυτή που δίνει την αίσθηση  της πληρότητας. Με την μητέρα και τον πατέρα δεν ερχόμαστε σε επαφή μόνο κατά την ώρα της γέννησης που ακούγεται η πρώτη κραυγή, που ανακοινώνει κοινωνικά τη γέννησή του μωρού. Η συναισθηματική σχέση με τους γονείς, αρχίζει, επομένως , πριν ακόμη το έμβρυο, που έχει συλληφθεί γνωρίσει τον εξωτερικό κόσμο.

 

Υπάρχει μια ιδιαίτερη κατάσταση, βαθιά και ενδόψυχη, συναισθηματική, μέσα στην ιστορία του κάθε ατόμου, που αναπτύσσεται και ολοκληρώνεται μαζί του, που είναι αυτή η περίοδος του εμβρύου που αυτό είναι ένα με τη μητέρα του. Αισθάνεται τον κτύπο της καρδιάς της καρδιάς της, λικνίζεται και νανουρίζεται από τις κινήσεις του σώματός της, ακούει τους θορύβους από το έντερό της, ακούει τη φωνή της που το ηρεμεί,

 

Υπάρχει μια άμεση σχέση μεταξύ μητέρας και παιδιού, τόσο που οι αγωνίες της μητέρας γίνονται αντιληπτές και αναγνωρίζονται από το παιδί, έτσι όπως  και η «χαρά της μητέρας είναι η « χαρά του εμβρύου, τη χαρά να είναι μητέρα, είναι η χαρά του εμβρύου για να γεννηθεί. Έχει διαπιστωθεί ότι αφιερώνοντας μια ιδιαίτερη προσοχή σε αυτή την εμπειρία που υπάρχει κατά την προγεννητική περίοδο, μπορεί η έγκυος να βρει, μια πλήρη αρμονία με τον εαυτόν της. Τα παιδιά, που έχουν δεχθεί μια ιδιαίτερη προσοχή κατά την προγεννητική περίοδο, απολαμβάνουν, αμέσως μετά τη γέννηση, μια ιδιαίτερη κατάσταση ευεξίας και υγείας και στη συνέχεια η ανάπτυξή τους είναι εκπληκτική.


Γνωρίζουμε από την ψυχοθεραπεία ότι οι συναισθηματικές ελλείψεις που βιώνονται  στη πρώτη σχέση με τους γονείς, εύκολα αναδύονται μετέπειτα στη συνείδηση. Ο μεγάλος ζωγράφος Σαλβαντόρ Νταλί, δήλωνε ότι:

 

 «Αν και η γέννηση μου μετρίασε στους γονείς μου την απελπισία που είχαν νιώσει για την απώλεια του αδελφού μου, τα κύτταρα του σώματός τους είχαν εμπλουτιστεί από τον αβάσταχτο πόνο τους. Έζησα, μέσα σε αυτό το μαρτύριο της μητέρας μου, από τότε που ήμουν μέσα στην κοιλιά της. Το έμβρυο μου περιστρεφόταν γύρω από ένα διαβολικό πλακούντα. Δεν έχω ακόμη απαλλαχθεί από αυτό το βασανιστήριο.»


Η εξελικτική πορεία του καθενός μας, δεν ξεκινά από την παιδική ηλικία, για να συνεχιστεί με την ώριμη ενήλικο ζωή και να βρει το ανώτατο σημείο το γήρας, αλλά περιλαμβάνει επίσης την προγεννητική ζωή. Συμπεριλαμβάνοντας αυτόν τον τέταρτο κόσμο της προγεννητικής ζωής μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει ολοκληρωμένα το δικό του εαυτό. Ανάμεσα στο έμβρυο και τη μητέρα φαίνεται ότι εγκαθιδρύεται μια βαθιά πρωτογενής επικοινωνία: το έμβρυο μοιράζεται τη συναισθηματική ζωή της μητέρας, είναι σε θέση να λάβει την αγάπη της, την αποδοχή ή την άρνησή της και όλα αυτά επηρεάζουν μετέπειτα την προσωπικότητά του.


Μέσω της επαφής, με τα λόγια, με το τραγούδι, με τη μουσική, ξεκινά μια  συναισθηματική επικοινωνία με τη μητέρα, που δημιουργεί μια καθησυχαστική αντίληψη τόσο που οδηγεί το έμβρυο να κινηθεί προς την κατεύθυνση του χεριού της μητέρας που βρίσκεται πάνω στη κοιλιά της. Την ίδια διαβεβαίωση ασφάλειας, το παιδί  αναγνωρίζει, όταν στα πρώτα του βήματα, θα δοκιμάσει την ύπαρξη του στον κόσμο. Στην επαφή του χεριού, ή στην λεκτική πρόσκληση της μητέρας, το μωρό απαντά με την αλλαγή της θέσης του μέσα στη μήτρα, που φαίνεται ακόμη και με τα γυμνά μάτια του ατόμου που βλέπει από τα έξω να αλλάζει το προφίλ της κοιλιάς της μητέρας, που παίρνει το σχήμα του σώματος του εμβρύου και κινείται ακολουθώντας το χέρι της μητέρας, αρχίζοντας ένα παιχνίδι, που το ίδιο το επιδιώκει, όταν εγκαθίσταται μία σχέση συνέχειας.

 

Ο πατέρας επίσης ξεκινάει τη δική του συναισθηματική σχέση με το παιδί του, όταν αυτό ακόμη βρίσκεται να είναι καλά προστατευμένο μέσα στη μήτρα, ολοκληρώνοντας την τριαδική σχέση και την ενσωμάτωσή της στη γενική οικογενειακή ζωή. Όλοι μας αισθανόμαστε ενισχυμένοι από τη διαβεβαίωση ότι μας αγαπάνε οι γονείς μας, από τους δικούς τους επαίνους  και από την εκτίμησή τους, και αν αυτή η συνειδητοποίηση περιλάβει και αρχίσει από την προγεννητική περίοδο μπορεί τότε να ικανοποιήσει την αναζήτησή των ενδεχόμενων  επιβεβαιώσεων, όταν υπάρχουν αμφιβολίες, και να γεμίσουν την αίσθηση της αποξένωσης και το κενό από το γεγονός της γέννησης. Όταν η μητέρα χαϊδεύει το μωρό βάζοντας το χέρι της πάνω στη κοιλιά της   και του λέει: «Πώς είσαι, πώς είναι το όμορφο μωρό μου; », το παιδί αντιλαμβάνεται ότι το αγαπούν και νιώθει να είναι καλά.


Η συνήθεια της εγκύου να επικοινωνεί συναισθηματικά με το παιδί της δεν διευκολύνει μόνο τη σχέση της με αυτό, στην περίοδο μετά από τον τοκετό, αλλά επιτρέπει στη μητέρα να κρατήσει, ακόμα και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του τοκετού,  μια στενή επαφή με το μωρό και να βιώσουν διαμοιράζοντας μαζί την συναισθηματική εμπειρία της γέννησης. Το να θεωρούμε το παιδί ήδη πριν τη γέννηση ότι είναι ένα μέλος της οικογένειας, κάτω από μια ιδιαίτερη κατάσταση, να διατηρούμε σταθερή την συναισθηματική επικοινωνία, αφιερώνοντας περισσότερο χρόνο κάνοντας διάλογο, κάνοντας παιχνίδια, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, όλα αυτά ευνοούν την ανάπτυξη, την ικανότητα να κάνει σχέσεις και να εναρμονίζουν τα βιωματικά στάδια του παιδιού κατά τη διάρκεια της ύπαρξής του. Εάν θα ανακτήσουμε, επομένως , τη συναισθηματική σχέση της προγεννητικής ζωής, θα δώσουμε μια γρηγορότερη προώθηση στην ανάπτυξη της ισορροπίας και της αρμονίας μεταξύ του μυαλού, του σώματος και του πνεύματος σε όλα τα στάδια της ανάπτυξής τους.

 

 

Επιμέλεια άρθρου:       Δρ Θεοφάνης Τσιώτας

Μαιευτήρ - Γυναικολόγος